Ιερές ακολουθίες

Παρουσίαση Ενορίας

Ιστορία της Ενορίας

Χορωδία

Πολιούχοι Άγιοι

Περιοδικό

Πατριαρχείο

Ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, οὖσα πρωτόθρονος μεταξύ τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἔχουσα ἐξ ἱστορικῶν καί θεολογικῶν λόγων τό δικαίωμα καί τήν εὐθύνην τῆς ἐνάρξεως καί τοῦ συντονισμοῦ τῶν διορθοδόξου σημασίας ἐνεργειῶν, δέν παύει νά ἀποτελῇ τοπικήν Ἐκκλησίαν, ἧς ἡ δικαιοδοσία περιορίζεται εἰς συγκεκριμένην γεωγραφικήν περιοχήν, ὅπερ ἰσχύει κατά τούς κανόνας δι᾽ ὅλας τάς Ἐκκλησίας, καί διά τήν Ρώμην, πλήν τοῦ προνομίου τῆς ἀσκήσεως ὑπερορίου ἁρμοδιότητος εἰς τάς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ἀπονεμηθέντος ἀποκλειστικῶς εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐκκλήτου. Ὡς ἤδη ἐλέχθη, αἱ διοικήσεις τοῦ Πόντου, τῆς Θράκης καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἀπετέλεσαν τούς πρώτους χώρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Εἰς αὐτάς προσετέθησαν ἀπό τοῦ 8ου αἰῶνος αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τό Ἀνατολικόν Ἰλλυρικόν περιοχαί ἀπό Ἀδριατικής μέχρι Νέστου καί ἀπό Δουνάβεως καί Ῥοδόπης μέχρι Κρήτης, αἱ ὁποῖαι, μολονότι πολιτικῶς ἀπό τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰῶνος ὑπήχθησαν εἰς τό ἀνατολικόν Ῥωμαϊκόν κράτος, ἀλλά καί ἐκκλησιαστικῶς τό 421 διά διατάγματος Θεοδοσίου τοῦ Β῾, ἐξηκολούθησαν μέχρι τοῦ 733 νά ἀποτελοῦν τήν ἐξαρχίαν ἤ τό βικαριᾶτον τῆς Θεσσαλονίκης, ὑπαγόμενον εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης. Εἰς τήν δικαιοδοσίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπήχθησαν καί οἱ διά τῆς ἱεραποστολικῆς αὐτῆς φροντίδος προσελθόντες εἰς τόν Χριστιανισμόν σλαβικοί λαοί. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥωσσίας μέχρι τοῦ 15ου αἰῶνος, ἐπί πέντε δηλαδή αἰῶνας, ἦτο μία τῶν μητροπόλεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Εἰς τόν χῶρον τῆς Βαλκανικῆς ἐσχηματίσθησαν αἱ αὐτόνομοι ἀρχιεπισκοπαί Τυρνόβου, Ἀχρίδος καί Πεκίου, κατά τήν διάρκειαν ὅμως τῆς τουρκοκρατίας ἐπανῆλθον ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἰς ἥν ἐπίσης ὑπήγοντο καί αἱ κατά τον 14ον αἰῶνα ὀργανωθεῖσαι μητροπόλεις Οὐγγροβλαχίας καί Μολδοβλαχίας.
Ἡ εὐρυτάτη αὕτη δικαιοδοσία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤρξατο σταδιακῶς μειουμένη διά τῆς παραχωρήσεως τῆς αὐτοκεφάλου ἀξίας εἰς τάς τοπικάς Ἐκκλησίας: εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥωσσίας (1589), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος (1850), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Σερβίας (1879), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥουμανίας (1885), εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀλβανίας (1937) καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Βουλγαρίας (1945).
Ἡ ἔδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Ἡ ἔδρα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Σοβαρωτέρα ἦτο ἡ συῤῥίκνωσις τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ προκύψασα ἐκ τῆς φυγῆς τῶν ὀρθοδόξων πληθυσμῶν ἐκ τῶν πατρογονικῶν αὐτῶν ἑστιῶν ἐν Πόντῳ, Θράκῃ καί Μ. Ἀσίᾳ, αἱ ὁποῖαι ὡς εἴδομεν ἀπετέλουν διά τῶν αἰώνων τόν ἱστορικόν γεωγραφικόν χῶρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ δικαιοδοσίας. Ἡ φυγή αὐτή συνετελέσθη μετά τόν μικρασιατικόν πόλεμον τοῦ 1922 ἐξακολουθεῖ δέ μέχρι σήμερον. Οὕτω ἐκ τῶν περιοχῶν ἀπέμειναν ἐν Τουρκίᾳ σήμερον ἡ Ἀρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως καί τέσσαρες μητροπόλεις: Χαλκηδόνος, Δέρκων, Πριγκηποννήσων καί Ἴμβρου καί Τενέδου.
Ἐκ τῶν πληθυσμῶν οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν εἰς Εὐρώπην, Ἀμερικήν καί Αὐστραλίαν, ἱδρύθησαν νέαι Ἀρχιεπισκοπαί καί Μητροπόλεις, μέ πολύν δυναμισμόν μεταξύ ἄλλων προηγμένων ὡς ἐπί τῶν πολύ λαῶν. Ἐκ τῆς συνυπάρξεως δέ αὐτῆς ἀναμένει πολλά ἀγαθά ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολική Ἐκκλησία.
Ἐκτός τῶν ὁρίων τοῦ τουρκικοῦ κράτους ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν ἐπίσης ὑπό τήν ἂμεσον δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου αἱ μητροπόλεις τῆς Δωδεκανήσου, ἡ ἡμιαυτόνομος Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, ἡ μοναστική πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἄλλα Πατριαρχικά Ἱδρύματα καί Ἑστίαι ἐν ὅλῃ τῇ Οἰκουμένῃ. Ἐπίσης, εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀνήκουν καί αἱ μητροπόλεις τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις ἐδόθη τό 1928 ἐπιτροπικῶς εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος.

Ιερά Μητρόπολης

Η Ιερά Μητρόπολις Βελγίου και Εξαρχία Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου ανήκει εις την άμεσον δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος διευκρινίζει ότι αυτό δεν αποτελεί ‘’ούτε υπερεκκλησία, ούτε υπερεξουσία, αλλά εκκλησία κατά την εκκλησιολογικήν αξίαν και έννοιαν της αδιαιρέτου εκκλησίας, σύνδεσμο μεταξύ των αδελφών Ορθοδόξων Εκκλησιών, συντονιστή των ενεργειών τους, φορέα της κοινής δράσεώς των και κέντρον οικουμενικής διακονίας και προσευχής.’’

Ἡ Μητρόπολις Βελγίου ἱδρύθη τῇ 12ῃ Αὐγούστου 1969, δι’ ἐκδοθέντος ῾Ιδρυτικοῦ Πατριαρχικοῦ καί Συνοδικοῦ Τόμου καί περιλαμβάνει τάς χώρας τοῦ Βελγίου, ῾Ολλανδίας καί Λουξεμβούργου.

῾Η ᾽Ορθόδοξος ᾽Εκκλησία ἀνεγνωρίσθη ὑπό τοῦ Βελγικοῦ Κράτους διά Νόμου (29-3-1985) δημοσιευθέντος εἰς τό ὑπ’ ἀριθ. 91 τῆς 11ης Μαΐου 1985 φύλλον τῆς ᾽Εφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Τό Βασιλικόν Διάταγμα τῆς 15ης Μαρτίου 1988 τό σχετικόν μέ τήν ὀργάνωσιν τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, εἰς τό Α´ κεφάλαιον, ἄρθρον 1 ἀναφέρει ἐπί λέξει: «῾Ο Μητροπολίτης – ᾽Αρχιεπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἤ ὁ ἀντικαταστάτης του, ἀναγνωρίζεται ὑφ’ ῾Ημῶν ὡς τό ἀντιπροσωπευτικόν ὄργανον ὁλοκλήρου τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας ἐν Βελγίῳ».

Ἡ ἔδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπὀλεως Βελγίου

Κέντρον της Ορθοδοξίας το Πατριαρχείον αυτό είναι το πρώτο στην σειρά από τα τέσσερα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής και φέρει από τον ΣΤ’ αιώνα τον καταξιωμένο ιστορικά τίτλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η Ορθοδοξία στην περιοχή δικαιοδοσίας της Ιεράς Μητροπόλεως (Benelux) άρχισε να αναπτύσσεται από τα μέσα του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Οι πρώτοι ορθόδοξοι ήσαν ‘Ελληνες και Ρώσσοι εγκατεστημένοι στην περιοχή αυτή.
Εις την Ιεράν Μητρόπολιν Βελγίου ο Σεβασμιώτατος κύριος Παντελεήμων εργάζεται ασταμάτητα, με την βοήθεια του Αγίου Θεού μας, και τας Υποδείξεις και Ευλογίας της Μητρός Εκκλησίας του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Πλαισιώνεται δε από δύο Βοηθούς Επισκόπους, 35 ιερείς και 4 διακόνους. Η Ιερά Μητρόπολις Βελγίου και Εξαρχία Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου έχει 32 Ενορίες εν συνόλω, 26 στο Βέλγιο, 5 στην Ολλανδία και 1 στο Λουξεμβούργο.

‘Εδρα της Ιεράς Μητροπόλεως εις Βρυξέλλας
Ταχυδρομική διεύθυνσις:
Archevêché Orthodoxe Grec
Avenue Charbo 71
1030 Bruxelles, Βέλγιο
Τηλ: 00.32.2.736.52.78
Φαξ: 00.32.2.735.32.64
E-mail: eglise.orthodoxe@skynet.be

Επικοινωνία